




Δουλόφρονες του Έρωτα
επιθυμίες
ανωνύμως
ολοΕΝΑ
κοινωνούν
στα υλικά των θαυμάτων
ώσπου
βαφτίζουν το σώμα τους
στο κόκκινο του οίνου.
Το θΑΥΜΑ…
και
χάρτινες σαΐτες
θα απογειωθούν
από το ασύνορο των ψηφιακών αιθέρων
γεμάτες ερωτικούς ψίθυρους
για να προσγειωθούν
στο σάρκινο αυτί της πόλης.
Στις τσιμεντένιες ταράτσες
της πολυώροφης ερημιάς της
ανα-λογικά
κι
ανάστατες
οι
ανάσες
και
τα
παρα-μιλητά
αχνογραφούν
τη μορφή σου.
Το φως
του 'μόνου'
ήλιου
θα περάσει
από το πρίσμα των ματιών σου
και χίλια χρώματα
άνοιξης
θα ξεσηκώσουν
θύελλα
ρίγη
γύρη
λουλουδιών
ώσπου
ο ‘μόνος’
θα γείρει…
θα γείρω
στην παλάμη της νύχτας.
Νύχτας γεμάτη
οφειλές
να
με φιλά
όπως καμία άλλη
νύχτα
δεν με φίλησε
ποτέ.
Θα αρπίζουν τα ακροδάχτυλά της
στις λεπτές χορδές μου
στα άκρα/τα
κατάβαθα
να φτάσουν
στα άκρα…στα άκρα…
κι από τα άκρα
του στενού κρεβατιού
θα χύνονται
εύφλεκτες
και
υγρές
χύνονται
απ τις σχισμές των χειλιών μας
παράτολμες οι λέξεις
να ποτιστούν
οι χωμάτινες
αττικές οάσεις
με νεόφυτα πάθη.
Φλόγινες ευωδιές
θα αγκαλιάζουν
τα σώματα
ενώ τα δάχτυλα
χωμένα
στη ζεστή
χωμάτινη
σάρκα
θα ψηλαφίζουν
τις ουσι-Αστικές της κορυφώσεις.
………
Κι έπειτα
σα
να
νιώθω
ναυαγοσωθείσα
τη λαχτάρα σου
τυλιγμένη γύρω
από τις φουσκωμένες φλέβες
στο λαιμό μου
να λΑΙΜΑργεί
να ξεδιψάσει
ρουφώντας
την ορμή τους.
Με θες ολοδικιά σου…
Μα,
εγώ δεν έχω στρατιώτες πια…
Ούτε πόλεμο.
Ούτε φόβο.
Ένα ολόψυχο κορμί έχω μόνο
γεμάτο σημάδια
από παλιές μάχες
ερ-Αστών
και κρ-Υφές επαναστάσεις
βυθισμένες στην αξιοπρέπεια μόνο έχω
και μιαν ελευθερία έχω ….που κυβερνά εντός μου
Έτσι μόνο , ασύνορα …κι ολοκληρωτικά
ελεύθερη κατακτιέμαι…
επιθυμίες
ανωνύμως
ολοΕΝΑ
κοινωνούν
στα υλικά των θαυμάτων
ώσπου
βαφτίζουν το σώμα τους
στο κόκκινο του οίνου.
Το θΑΥΜΑ…
και
χάρτινες σαΐτες
θα απογειωθούν
από το ασύνορο των ψηφιακών αιθέρων
γεμάτες ερωτικούς ψίθυρους
για να προσγειωθούν
στο σάρκινο αυτί της πόλης.
Στις τσιμεντένιες ταράτσες
της πολυώροφης ερημιάς της
ανα-λογικά
κι
ανάστατες
οι
ανάσες
και
τα
παρα-μιλητά
αχνογραφούν
τη μορφή σου.
Το φως
του 'μόνου'
ήλιου
θα περάσει
από το πρίσμα των ματιών σου
και χίλια χρώματα
άνοιξης
θα ξεσηκώσουν
θύελλα
ρίγη
γύρη
λουλουδιών
ώσπου
ο ‘μόνος’
θα γείρει…
θα γείρω
στην παλάμη της νύχτας.
Νύχτας γεμάτη
οφειλές
να
με φιλά
όπως καμία άλλη
νύχτα
δεν με φίλησε
ποτέ.
Θα αρπίζουν τα ακροδάχτυλά της
στις λεπτές χορδές μου
στα άκρα/τα
κατάβαθα
να φτάσουν
στα άκρα…στα άκρα…
κι από τα άκρα
του στενού κρεβατιού
θα χύνονται
εύφλεκτες
και
υγρές
χύνονται
απ τις σχισμές των χειλιών μας
παράτολμες οι λέξεις
να ποτιστούν
οι χωμάτινες
αττικές οάσεις
με νεόφυτα πάθη.
Φλόγινες ευωδιές
θα αγκαλιάζουν
τα σώματα
ενώ τα δάχτυλα
χωμένα
στη ζεστή
χωμάτινη
σάρκα
θα ψηλαφίζουν
τις ουσι-Αστικές της κορυφώσεις.
………
Κι έπειτα
σα
να
νιώθω
ναυαγοσωθείσα
τη λαχτάρα σου
τυλιγμένη γύρω
από τις φουσκωμένες φλέβες
στο λαιμό μου
να λΑΙΜΑργεί
να ξεδιψάσει
ρουφώντας
την ορμή τους.
Με θες ολοδικιά σου…
Μα,
εγώ δεν έχω στρατιώτες πια…
Ούτε πόλεμο.
Ούτε φόβο.
Ένα ολόψυχο κορμί έχω μόνο
γεμάτο σημάδια
από παλιές μάχες
ερ-Αστών
και κρ-Υφές επαναστάσεις
βυθισμένες στην αξιοπρέπεια μόνο έχω
και μιαν ελευθερία έχω ….που κυβερνά εντός μου
Έτσι μόνο , ασύνορα …κι ολοκληρωτικά
ελεύθερη κατακτιέμαι…
Έτσι μόνο…
.
.
.
.
(Λόγια μέσα απο την αγκαλιά ακόμα της λατρεμένης μου...Αθήνας )